Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

101 ΧΡΟΝΙΑ ΔΡΑΜΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Β΄ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΤΟ 1913.

του κ. Γ.Κ.Χατζόπουλου, τ. Λυκειάρχη.

Η 1η Ιουλίου 1913 αποτελεί έναν από τους κορυφαίους σταθμούς της νεότερης ιστορίας της μαρτυρικής μας πόλης. 
Είναι η ημέρα κατά την οποία ο Δραμινός λαός ανέπνευσε το μυρωμένο αγέρι της πιο λατρευτής θεάς, της λευτεριάς, αποτινάσσοντας τον διπλό ζυγό της σκλαβιάς, τον τουρκικό και βουλγαρικό.

Ανάμεσα στους πρωτεργάτες για τη σμίλευση αυτού του μεγαλειώδους σταθμού της νεότερης ιστορίας μας εξέχουσα θέση κατέχει και ο αοίδιμος Ιεράρχης Δράμας Αγαθάγγελος ο Μάγνης Κωνσταντινίδης.

Η αναδίφηση της τοπικής ιστορίας που εδώ και τρείς δεκαετίες αποτελεί για μένα εκπλήρωση χρέους προς τον μαρτυρικό νομό της Δράμας με σαγηνεύει ιδιαίτερα, όταν αντικείμενο της έρευνας μου αποτελούν μορφές που διαδραματίσανε κορυφαίο ρόλο, ώστε ο τόπος αυτός να γεύεται τους αγλαούς καρπούς της πολυπόθητης Λευτεριάς.

Μια τέτοια μορφή υπήρξε και ο αοίδιμος Ιεράρχης Αγαθάγγελος ο Μάγνης. 

Αυτού την προσωπικότητα προσπαθώ επιγραμματικά στις σελίδες που ακολουθούν να σμιλέψω με την ευκαιρία του εορτασμού της συμπλήρωσης ογδόντα εννέα χρόνων από την απελευθέρωση της Δράμας από τον τούρκικο και βουλγάρικο ζυγό και εξήντα τεσσάρων χρόνων από του θανάτου του.

Ας αποτελέσουν λοιπόν οι γραμμές που ακολουθούν ελάχιστη έκφραση ευγνωμοσύνης του Δραμινού λαού προς τη μεγάλη μορφή του αοιδίμου Ιεράρχη, που λάμπρυνε για δώδεκα ολόκληρα χρόνια τον θρησκευτικό θώκο της πολύπαθης και μαρτυρικής Δράμας, της γής των ηρώων και μαρτύρων, και παράλληλα ελάχιστο ευλαβικό μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του.

Ο Αγαθάγγελος Β΄ Κωνσταντινίδης, κατά κόσμον Στυλιανός, γεννήθηκε το 1864 από τους θεοσεβείς Κωνσταντίνο και Μαργαρίτα στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας και πέθανε στη Χάλκη το 1935.

Τα πρώτα γράμματα τα έμεθε στο σχολαρχείο της πατρίδας του. 
Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης.
 Φιλομαθής καθώς ήταν και έχοντας όχι μόνο την ηθική, αλλά και την υλική συμπαράσταση των θεοσεβών γονέων του μεταβαίνει στην Χάλκη και εγγράφεται στη Θεολογικη Σχολή.
 Το 1886 χειροτονείται διάκονος και υπηρετεί ως αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Εφέσου Αγαθαγγέλου.

 Δεν αρκείται όμως στην εκπλήρωση των καθηκόντων του. Μέσα του καίει η φλόγα για την απελευθέρωση του υπόδουλου Ελληνισμού. 

Γι’ αυτό λοιπόν ασκεί με ζήλο ταυτόχρονα το έργο του ιεροκήρυκος και του διδασκάλου. Θέλει να φωτίσει με τον πύρινο λόγο του τον νου και την καρδιά του υπόδουλου Μικρασιατικού Ελληνισμού και να βοηθήσει έτσι στην προετοιμασία της ανακτήσεως της ελευθερίας του.

Το 1892 τον βρίσκομε στην Ευρώπη. 

Σπουδάζει με υποτροφία νομικά στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και Παρισίων.
 Οι σπουδές τελειώνουν σύντομα και με επιτυχία ο Αγαθάγγελος επιστρέφει στη Χάλκη όπου θα προσφέρει τα φώτα του στους διψασμένους για μάθηση τροφίμους της Σχολής μέχρι το 1901, οπότε θα μεταβεί στα Γρεβενά για να αναλάβει την ηγεσία του υπόδουλου ποιμνίου ως 
Μητροπολίτης τον Οκτώβριο του 1901. Με αυταπάρνηση για μια δεκαετία στήριξε τον Μακεδονικό Αγώνα μέχρι τον Μάρτιο του 1910.

Έχει ήδη εκλεγεί Μητροπολίτης Γρεβενών. 

Το 1910 προάγεται σε Μητροπολίτη Δράμας.

Κατά την διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου αναγκαστικά παρέμεινε στην Θεσσαλονίκη, γιατί επιστρέφοντας από την Αθήνα, όπου είχε μεταβεί για να μεριμνήσει για την αποστολή εφοδίων στην Δράμα, εμποδίστηκε η επάνοδος στο δοκιμαζόμενο ποίμνιό του, λόγω των γνωστών βασιλοφρόνων αισθημάτων του.

Τον Ιούνιο του 1919 επιστρέφει στη Δράμα. Το 1920 μεταφέρει τα οστά του πατριάρχη Νεοφύτου του Η΄στην Ιερά Μονή της Εικοσιφοίνισσης Παγγαίου.

 Περιχαρής ο σοφός και γλωσσομαθής ιερωμένος-εγνώ- ριζε πολύ καλά Γαλλικά, Τουρκικά και Γερμανικά-εγκαταλείπει τα Γρεβενά και εγκαθίσταται στη Δράμα. 

Εδώ θα διαδεχθεί τον μαρτυρικό Άγιο Χρυσόστομο Καλαφάτη. 
Αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή την κατάσταση που επικρατεί στο Νομό μας. Συναισθάνεται το βάρος της αποστολής του. Υπολογίζει με ακρίβεια το μέγεθος του αγώνος που θα διεξάγάγει.
 Βλέπει καθάριο τον σταυρό του μαρτυρίου. Μα δεν πτοείται. Η ψυχή του γίνεται γρανίτης πάνω στον οποίο θα συντρίβονται καθημερινώς τα μανιασμένα κύματα της τουρκικής και εν συνεχεία βουλγαρικής θηριωδίας και απανθρωπιάς.

Η τόλμη του, η τέλεια περιφρόνηση του θανάτου καθώς και η μεγάλη αγάπη του για το ποίμνιό του κινούν τον θαυμασμό. Δεν του λείπει ακόμη και η διπλωματική ικανότητα, με την οποίαν αποφεύγει με άνεση τις συμπληγάδες που ορθώνουν μπρος του οι απαίσιοι κατακτητές.

Και οι αρετές του αυτέ διαφαίνονται εύκολα με την μελέτη των είκοσι περίπου εγγραφών και των ισάριθμων τηλεγραφημάτων, τα οποία έστελνε κάθε τόσο στους πανίσχυρούς της εποχής εκείνης Δόμπρεφ, Βούλγαρο Πολιτικό Διοικητή της Δράμας, Κοετσίκωφ, Στρατιωτικό Διοικητή του Νομού Δράμας, Στρατηγό Κοβάτσεφ, Βούλκωφ, Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, Στρατηγό Ιβάνωφ καθώς και τον Βούλγαρο βασιλιά Φερδινάνδο.

Θαυμάζει κανείς το θάρρος με το οποίο διαμαρτύρεται προς τους ανωτέρω παραλήπτες των εγγράφων και τηλεγραφημάτων του για όσες βαρβαρότητες διαπράττουν εις βάρος του Δραμινού λαού οι αιμοδιψείς κατακτητές.

Και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου η διαμαρτυρία γίνεται έντονη και φτάνει μέχρι του σημείου της απειλής.

Έτσι σ’ ένα έγγραφο του που θα απευθύνει προς τον Βούλγαρο Στρατιωτικό Διοικητή Δράμας, θα εκφράσει την λύπη του, επειδή οι 47 Έλληνες, επει¬δή κρατούνταν ως αιχμάλωτοι δήθεν πολέμου στο στρατόπεδο της Δράμας, χρησιμοποιούνταν για το ξεφόρτωμα γαιανθράκων στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλεως.

Και δεν αρκείται μόνο στην έκφραση της λύπης, αλλά καταβάλλει προσπάθειες να τους απελευθερώσει.
Εύσχημη θα είναι η διαμαρτυρία του προς τον Γκίκωφ για τις συλλήψεις ιερέων της Μητροπόλεώς του καθώς και για τις κακοποιήσεις των προκρίτων της υπαίθρου, οι οποίοι, επειδή δεν υπέκυπταν στις πιέσεις των εχθρών να υπογράψουν ότι είναι Βούλγαροι, δερνότανε χωρίς οίκτο μέχρι θανάτου.

Έντονη είναι η διαμαρτυρία του σε άλλο έγγραφο του με παραλήπτη τον Στρατιωτικό πάλι Διοικητή για τις ληστείες που διέπραξαν οι υπήκοοι του εις βάρος των ελληνικών οικογενειών της Βιτάστας, της Αγγίστας, της Προβίστας και του Ροδολείβους. Στο ίδιο έγγραφο θα διαμαρτυρηθεί για την προσβολή της τιμής των γυναικών της Νικήσιανης και του Παλαιοχωρίου.

Από τους εκκλησιαστικούς άμβωνες προτρέπει συχνότατα, περιφρονώντας κάθε κίνδυνο, τους Έλληνες χριστιανούς να επιδείξουν εγκαρτέρηση και θάρρος μπροστά στις βουλγαρικές ωμότητες.

Με κίνδυνο να οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα μεταβαίνει στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλεως.
Από εκεί θα περάσει εξόριστος ο δημοφιλέστατος άγιος Πολυανής Φώτιος.
 Στον ηρωικό εκείνο άγιο θα προσφέρει όλο το περιεχόμενο του βαλαντίου του, γύρω στα 350 γρόσια, για να αντιμετωπίσει τις στοιχειώδεις ανάγκες του στον άγνωστο τόπο εξορίας του.

Την άδεια του Δόμπρεφ θα ζητήσει για να μεταβεί στο Μαδεμλί Τσιφλίκι.

 Εκεί βρίσκεται κρατούμενος ο θεοφιλέστατος Επίσκοπος Mύρων Αθανάσιος. 
Σκοπός του ταξιδιού του είναι όχι μόνο να τον παρηγορήσει, αλλά κι αν μπορέσει, να τον απελευθερώσει.
Κι όταν οι Βούλγαροι θα εντείνουν την τρομοκρατική τους δράση, αυτός θα περιέλθει τους έρημους από την ελληνική παρουσία δρόμους της Δράμας και θα εμψυχώσει το τρομοκρατημένο ελληνικό στοιχείο. 
Ο κίνδυνος είναι μεγάλος.
 Βλοσυροί κομιτατζήδες και βούλγαροι στρατιώτες κυκλοφορούν στους δρόμους και συνταράζουν τη νεκρική ησυχία της πόλεως, έτοιμοι να κατασπαράξουν σαν ύαινες κάθε Έλληνα που θα τολμούσε να βγει από το σπίτι του.

Σε μία από αυτές τις εξόδους του λίγο έλειψε να λογχισθεί από πενταμελή βουλγαρική στρατιωτική περίπολο.
 Και τη σκηνή τούτη ανάγλυφα μας τη δίνει ο ίδιος στο πολύτιμο Ημερολόγιό του.
Γράφει λοιπόν: 

“Πορευόμενος έκτης Ιεράς Μητροπόλεως εις το Διοικητήριον διατρέχω τον κίνδυνον να λογχισθώ ειςτας 11π.μ. της 26ης Ιουνίου 1913 υπό πενταμελούς βουλγαρικής περιπόλου. 
Δύο εκ των περιπόλων γνωρίζοντες την τουρκική ήλθον προς με με εφ- ’όπλου λόγχην και προτείνοντας αυτάς είπον να απέλθω εις την Μητρόπολίν μου αμέσως, διότι απαγορεύεται εις πάντας η εκ των οικίων έξοδος. 

Απήντησα ότι δι’εμέ ως βλαδίκαν, δηλ. αρχιερέα, επιτρέπεται. 
Τότε εις θυμωθείς έτι μάλλον έθηκε και φυσίγγια εις το όπλον και επλησίασε κατ’εμού, οπότε δείξας τον επί του στήθους μου πάντοτε κατά τας εξόδους μου κρεμάμενον μέγαν εγκόλπιον σταυρόν, τω είπον να κτυπήση τον σταυρόν και το στήθος.

 Εκείνος απήντησε: “Δεν κτυπώ τον σταυρόν”. 

Τότε τω λέγω δυνατή τη φωνή τουρκιστί: Εύγε, είσαι καλός.χριστιανός, βγάλε τον σκούφον σου και φίλησον τον σταυρόν.
Και εκείνος εφίλησε τον σταυρόν και το χέρι μου”.

Δείγμα της διπλωματικής του δυνάμεως θα μας δώσει ακόμη με τη ματαίωση της αποφασεως της βουλγαρικής κυβερνήσεως να μεταβάλει την εκκλησία της Αγιας του Θεου Σοφίας σε αρχαιολογικό μουσείο. 

'Αλλος ο σκοπός φυσικά των δολίων κατακτητών. Και τούτον τον πραγματικό σκοπό τους κατανοεί εγκαίρως ο αοίδιμος ιεράρχης.
Κι ο θαυμασμός μας φθάνει στην κορύφωσή του με την απόφασή του να διατηρεί με απόλυτη μυστικότητα ένοπλες ελληνικές ομάδες.
Είναι τα τμήματα εκείνα που στην οργάνωση και τη διατήρησή τους έχει επιστατήσει ο ίδιος. 

Σε διαρκή εγρήγορση ευρισκόμενα είναι αποφασισμένα να εμποδίσουν τον κατακτητή να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο εξοντώσεως του ελληνικού στοιχείου της Δράμας.

Ψυχική θα νιώσει συντριβή, όταν θα πληροφορηθεί την τραγωδία του αιμοτόβρεκτου Δοξάτου. 
Με σπαραγμό ψυχής θα σημειώσει στο πολύτιμο Ημερολόγιό του: 

"Το φιλόκαλον, το φιλοπρόοδον, το ευφορώτατον και φιλογενέστατον χωρίον μας Δοξάτον, αμιλλώμενον, κατά την μόρφωσιν των κατοίκων, προς την Δράμαν, μετεβλήθη εις ερείπια και οι κάτοικοι εις σφάγια.
 Οι δύο ιερείς μου Παπα-Δημήτριος και Παπα-Αβρααμ και οι καλλίτεροι πρόκριτοι με βασανιστήρια εφονεύθησαν εκ των πρώτων.

 Οι βούλγαροι στρατιώται πεζοί και ιππείς, ως ανθρωπόμορφα τέρατα, ήρχισαν να καίωσι τας οικίας, να φωνεύωσι λυσσωδέστατα, αγριώτατα, τους άοπλους κατοίκους, ματαίως επικαλούμενους ευσπλαχνίαν. 
Αλλ’ ο καλαμός μου αδυνατεί να προχωρήσει". 

Συνετριβη ο ιεράρχης. Τα δάκρυα καυτά έσπευσαν να χαθούν στα δασιά υπόλευκα γένεια του. Μα κάποτε τα δεινά τελείωσαν. Ο εφιάλτης του θανάτου χάθηκε. Ο ελληνικός στρατός, ο αιώνιος έφηβος, ο πρωταθλητής του δικαίου, ο ακοίμητος φρουρός της εθνικής τιμής και αξιοπρέπειας μας, επήρε φαλλάγγι τον εχθρό. 
Το δένδρο της Λευτεριάς ποτισμένο με πλήθος αίμα ελληνικό θέριεψε κι έκανε καρπούς γλυκύτερους τούτη τη φόρα. Κι αυτούς τους καρπούς γεύτηκε ο λαός της Δράμας.

Κι ήταν η ήμερα τούτης της ανέκφραστης χαράς η πρώτη Ιουλίου 1913. Ο μεθυσμένος από το νέκταρ της Λευτεριάς δραμινός λαός ξεχύνεται στους δρόμους.
 Προηγείται η βιβλική μορφή του Αγαθαγγέλου. Πρώτος στον κίνδυνο ο Ιεράρχης, πρώτος και στον πανηγυρισμό της Λευτεριάς. 


Να πως θα αποθανατί­σει τον πανηγυρισμό του στο Ημερολόγιό του: 



“ Χαράς ευαγγέλια!


 Ελευθερία και Ελευθερία εορτάζομεν από της 4 μ.μ εν 


τη Δράμα. 


Αναπνέομεν! Ζώμεν! Κινούμεθα!




 Ο ελληνικός μας στρατός νικητής και τροπαιούχος


 εισήλθεν εις την Δράμαν.


Χαρά! Αγαλλίασις, άσματα! Ελευθερία!".

Θα παραμείνει εννιά ολόκληρα χρόνια ακόμη κοντά στο  λεύθερο ποίμνιο του μοιραζόμενος μαζί του την ελευθερια και την ευτυχία και φροντίζοντας δια την ηθική διαπαιδαγώγηση του.

To 1922, τη χρονιά που ο ελληνισμός της Μ. Ασίας, του Πόντου και της Αν. Θράκης θύμα τραγικό της σκληρής ιστόρικής του μοίρας, θα ξεριζωθεί  μια για πάντα από τις πανάρχαιες εστίες του.

 Ο αείμνηστος ιεράρχης θα εγκαταλείψει τον τόπο που πότισε με τα δάκρυα του πόνου και της χαράς.

Θα ξαναγυρίσει στη Χάλκη με πολιά την κόμη και τη γενειάδα για να συνεχίσει έναν άλλον αγώνα, J εξ ίσου σπουδαίο, τον αγών του καλάμου.

Θα μετατεθεί στη νεοσύστατη Μητρόπολη Πριγκηποννήσων το 1924. Το 1932 θα παραιτηθεί για λόγους υγείας, ενώ τον Αύγουστο του 1935 θα αφήσει την τελευταία του πνοή στην Χάλκη, όπου και θα ταφεί.

Πλείστα τα έργα του, που είδαν το φώς της δημοσιότητας.

 Αναφέρομε μερικά:

1. Επίτομος Χριστιανική Ηθική.

2. Το ζήτημα των Μικρασιατών και Θρακών ομογενών προσφύγων.

3. Εικοσιφοίνισσα, Ιερή Μονή του Παγγαίου, Ιστορία και περιγραφή αυτής.

4. Δραματική περιπέτεια της Δράμας και απελευθέρωσις αυτής.

Ευτυχέστατε Ιεράρχα, πόσο πρέπει να σε ζηλεύουν οι γενναίοι υπερασπιστές υψηλών ιδανικών!

Ευνοούμενος της θεάς τύχης ευτύχησες να απολαύσεις τους καρπούς τους ζηλευτούς του ωραίου και υψηλού αγώνος, που με μύριους κινδύνους έφερες εις πέρας. 

Ο δραμινός λαός θα σε ευγνωμονεί. 

Μα και η θεά Ιστορία σου έχει προσφέρει χώρο ζηλευτό στα πολυτελή δώματά της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Προσπάθησα να σμιλεύσω όσο το δυνατόν καλύτερα την προσφορά του μεγάλου Ιεράρχου. Νομίζω πως εξοφλώ κάπως την υποχρέωση που ανέλαβα εκούσια στην ιερή Σκιά του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Μητροπολίτου Αγαθαγγέλου, Αι δραματικοί περιπέτειαι της Δράμας μέχρι της απελευθερώσεως αυτής, Καβάλα 1913.
2. Μεγάλη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπάίδεια, τομ.1, δ.83.
3. Μητροπολίτου Αγαθαγγέλου, Εικοσιφοίνισσα, Ιερά Μονή του Παγγαίου, Ιστορία και περιγραφή αυτής, Δράμα 1915.
4. Ευαγγέλου Στράτη, Η Δράμα και η Δράβησκος, Σέρραι 1923
5. Ορθοδοξία, I, 1935.
5. Εκκλησία, ΙΓ, 1935.
(Σημ.: Το παρόν κείμενο αποτελεί ένα από τα κεφάλαια του νέου βιβλίου μας με τίτλο “ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ” που θα εκδοθεί σύντομα.)