Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

«Η ανθελληνική στάση των Άγγλων στη Δράμα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα»


του κ. Γ.Κ.ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, τ. ΛΥΚΕΙΑΡΧΗ

Ο ελληνισμός της Δράμας δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνον τους Τούρκους και τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και την εμφανή εχθρική στάση των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, και κυρίως της Αγγλίας.

Ήταν μάλιστα τέτοια η εχθρική στάση των Άγγλων απέναντι στους Έλληνες της Δράμας, ώστε συχνά να εξοργίζουν τον Χρυσόστομο, αφού τον είχαν βάλει στο στόχαστρό τους με σκοπό να τον απομακρύνουν από το ποίμνιό του σε συνεργασία με τους κομιτατζήδες και τους Τούρκους.

Και η φιλότουρκη αυτή στάση τους υπαγορευόταν  από καθαρά οικονομικούς λόγους, αφού στόχος τους ήταν να ελέγξουν όχι μόνο οικονομικά την πολυπληθή οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και να εκμεταλλευθούν τα πρωτογενή υλικά αγαθά του εδάφους της (κυρίως τα μεταλλεύματα).

Από την πρώτη στιγμή της εγκατάστασης του Χρυσοστόμου στη θεόσωστο επαρχία της Δράμας και βλέποντας τη δυναμική του, την οποία εξεδήλωσε αμέσως μετά την άνοδό του στο μητροπολιτικό θώκο, τον θεωρήσανε ως σοβαρό εμπόδιο για την υλοποίηση των ταπεινών σχεδίων τους.

Έτσι στον αγώνα του Χρυσοστόμου να επιστρέψουν στην κατοχή των Πατριαρχικών Ελλήνων οι ναοί, τους οποίους είχαν καταλάβει οι Εξαρχικοί στην επαρχία της Δράμας, οι Άγγλοι, υποκινώντας τους Τούρκους για ματαίωση της προσπάθειας του Χρυσοστόμου, αντιπαραβάλλανε τη σύνταξή τους με τους Εξαρχικούς.

Προκατειλημμένοι και εχθρικοί οι Άγγλοι απέναντι στους Ελληνορθοδόξους της περιοχής της Δράμας, την προκατάληψή τους να την ενισχύει ο βουλγαρόφιλος ανταποκριτής της εφημερίδας Times στην περιοχή J.D. Bourchier, ξεκίνησαν αρχικά έναν υπόγειο πόλεμο και στη συνέχεια φανερό εναντίον του Χρυσοστόμου.
Κατ’ αρχάς άρχισαν να διαδίδουν ότι υπεύθυνος για την υποδαύλιση των φυλετικών παθών και την ύπαρξη μίσους στην επαρχία της Δράμας ήταν ο Χρυσόστομος. Ενίσχυσαν μάλιστα τη διατυπωμένη από τους Βουλγάρους κατηγορία ότι ο Χρυσόστομος ήταν στενός συνεργάτης του Μακεδονικού Κομιτάτου, που είχε την έδρα του στην Αθήνα. 

Υποστηρίζανε ότι η συνεργασία του αυτή είχε επεκταθεί ακόμη περισσότερο, αφού είχαν φτάσει στο σημείο να ισχυριστούν ότι ο Χρυσόστομος καθοδηγούσε τον ένοπλο αγώνα των ορθοδόξων ελληνικών ανταρτικών ομάδων που δρούσαν στην επαρχία του, αφού προηγουμένως είχε αναθέσει την ορκωμοσία των νέων Μακεδονομάχων στο δεξί του χέρι, στο Alter Ego του, στο Θεμιστοκλή Χατζησταύρου, στο σπίτι του Γρηγοριάδη στην οδό Παύλου Μελά στη Δράμα.

Την κατηγορία τους αυτή κατά του Χρυσοστόμου· την ενίσχυσαν εξαιτίας της μετάβασής του στην Αθήνα για να παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τη θεώρησαν μάλιστα ως αναμφισβήτητη απόδειξη της συνεργασίας του με το Μακεδονικό Κομιτάτο. 
Ήδη από το 1905 οι Βρετανοί αξιωματικοί, οι οποίοι εποπτεύανε την επαρχία της Δράμας, κατηγορούσαν τον Χρυσόστομο με υπόμνημά τους, που συμπεριέλαβαν στην έκθεση του Άγγλου υπουργού των Εξωτερικών Sir Edward Grey, ότι αναμειγνύεται στον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα.

Η κίνηση του Χρυσοστόμου να μεταβεί στην Αθήνα δεν βρήκε σύμφωνο τον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ’, ο οποίος εφάρμοζε ήπια πολιτική έναντι της Υψηλής Πύλης, συνιστούσε μάλιστα στο ποίμνιό του να μην έρχεται σε σύγκρουση με το μουσουλμανικό στοιχείο, ακόμη και σε περιπτώσεις, που αυτό συμπεριφερόταν αυταρχικά.

 Όμως ο Χρυσόστομος ελάχιστα συμμεριζόταν την πολιτική αυτή. Ήταν ο ηγέτης, που διακήρυσσε το σύνθημα: «πωλησάτω έκαστος το ιμάτιον αυτού και αγορασάτω μάχαιραν». 

Αυτή η δυναμική του πολιτική ήταν κυρίως εκείνη, που επικέντρωσε εναντίον του τα βέλη Οθωμανών, Βουλγάρων και Άγγλων με αποτέλεσμα την οριστική του απομάκρυνση από τη Δράμα.


Οι Βρετανοί αξιωματικοί, στους οποίους ανατέθηκε η εποπτεία του Σαντζακίου Δράμας – Καβάλας, δεν αρκέσθηκαν μόνον σ’ αυτή τους την ενέργεια. Προχώρησαν και σε άλλες πιο εντυπωσιακές. Έτσι μια περίπολος με επικεφαλής τον Άγγλο αξιωματικό της διεθνούς χωροφυλακής Hamilton έκανε έρευνα στο Παλιό Τσιφλίκι της Καβάλας, όπου βρήκε μεγάλες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών, τα οποία έφεραν το σήμα του Ελληνικού Βασιλικού στρατού και είχαν μεταφερθεί εκεί από το λιμάνι της Καβάλας. Με όπλα και πυρομαχικά εφοδιάζονταν τα ελληνικά ανταρτικά σώματα της Μακεδονίας, τα οποία έστελνε το ελληνικό κράτος στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας. Τα όπλα, που καταφθάνανε στο λιμάνι της Καβάλας μεταφέρονταν καμουφλαρισμένα από τους καπνοπαραγωγούς της Δράμας και μοιράζονταν στα ανταρτικά σώματα (Δες περισσότερα για το θέμα στο βιβλίο μου: Ιστορικά Ανάλεκτα της Εκκλησίας της Δράμας, που εκδόθηκε πρόσφατα).

Οι Άγγλοι ενεργώντας περισσότερο κατασκοπευτικά εις βάρος του Χρυσοστόμου και γενικά του Ελληνισμού και λιγότερο ή και ελάχιστα  προστατευτικά γι’ αυτόν χαρακτηρίσανε δια μέσου του Υπουργού των Εξωτερικών τους Sir Edward Grey το Χρυσόστομο ως αποσταθεροποιητή της ειρήνης στην Μακεδονία, αφού είχε μετατρέψει τη Μητρόπολή του σε κέντρο διακίνησης όπλων στην επαρχία του.

Αλλά ο Αγγλος συνταγματάρχης Ελιοτ με την κωμική του συμπεριφορά κατηγόρησε τον Χρυσόστομο ως υπεύθυνο για τον επιπόλαιο αυτοτραυματισμό του κατά τη σκηνοθετημένη από τον ίδιο σύλληψη και απαγωγή του λίγο έξω από το χωριό Γιουρετζίκι (σημ. Γρανίτη) από κομιτατζήδες.

Πιέσεις για την απομάκρυνση του Χρυσόστομου από τη επαρχία της Δράμας ασκούσε στον Χιλμή Πασά και ο Βρετανός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη O’Connor. Από τις έρευνες που έγιναν τόσο από το Φανάρι, όσο και από τον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Ιωάννη Γρυπάρη, για ενοχή του Χρυσοστόμου η πρεσβεία των Βρετανών δεν μπόρεσε να προσκομίσει αδιάσειστα στοιχεία, που θα ενοχοποιούσαν τον Χρυσόστομο ότι υπέθαλπε τα ελληνικά ανταρτικά σώματα να δρουν εναντίον τωνκομιτατζήδων και των Τούρκων.

Τη διαφωνία τους εξέφρασαν οι Βρετανοί αξιωματικοί για επιστροφή του Χρυσοστόμου στη Δράμα μετά την πρώτη εξορία του, μολονότι το Νεοτουρκικό κομιτάτο είχε επιτρέψει την επάνοδό του με τον όρο όμως να μην αναπτύξει πολιτική δράση.

Αλλά και για τη δολοφονία του Ηλία Χατζηγκεωργκίεφ κατηγορήθηκε ο Χρυσόστομος. 

Μια δολοφονία της οποίας ο δράστης, παρά τις ενέργειες, δεν αποκαλύφθηκε με βεβαιότητα. (Για το θέμα αυτό θα μιλήσουμε σε άλλο άρθρο μας).

Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενεργώντας κυρίως ως κατάσκοποι των κινήσεων του Χρυσοστόμου και γενικά εναντίον των Ελλήνων δεν αρκέσθηκαν μόνο στην απομάκρυνση του Χρυσοστόμου, αλλά την επεξέτειναν και στον πόλεμο εναντίον των Ελλήνων Προξένων της Καβάλας Νικολάου Μαυρουδή και Σερρών Αντωνίου Σαχτούρη, κατηγορώντας τους ότι συνεργάζονταν με τον Χρυσόστομο και τον ενίσχυαν στον αγώνα του εναντίον των κομιτατζήδων. Ήθελαν πάση θυσία και την απομάκρυνση αυτών από τις θέσεις τους.

Έδωσα σε αδρές γραμμές την ανθελληνική στάση των Άγγλων στην επαρχία της Δράμας κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Μια στάση καθόλου ανθρώπινη προς ένα λαό, στον οποίο πολλά όφειλε η Αγγλία και γενικά η Ευρώπη. 
Όμως τα οικονομικά συμφέροντα των Άγγλων, αλλά και των άλλων Ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων επιβάλλανε τη διατήρηση της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία.

 Για να εξακολουθεί όμως να διατηρείται η οθωμανική κυριαρχία στη Μακεδονία, και ιδιαίτερα στη Δράμα, θεωρούσαν οι Άγγλοι αναγκαία τη στήριξη των κομιτατζήδων στον τόπο μας, οι οποίοι θα εξουδετερώνανε την ελληνική επιρροή (οικονομική, κοινωνική, πολιτική, πνευματική) η οποία αποτελούσε κίνδυνο αποδυνάμωσης της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή μας και κατά συνέπεια εμπόδιο στην υλοποίηση των συμφερόντων της Αγγλίας.

Άλλωστε μια τέτοια εχθρική πολιτική των Άγγλων εναντίον του Ελληνισμού δεν είναι πρωτόγνωρη. Από της συστάσεως του νέου ελληνικού κράτους γευτήκαμε αρκετές φορές τη στυγνή συμπεριφορά τους, που τη δοκιμάσαμε και στις ημέρες μας.

Κάποτε ο ελληνικός λαός πρέπει να συνειδητοποιήσει καλά ότι δεν έχει ειλικρινείς φίλους. Και όσοι κατά καιρούς του εκδηλώνουν τη φιλία τους, δεν παύουν να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους τα οικονομικά ή άλλα συμφέροντά τους. Εύλογο είναι να ξεθωριάζει η επίπλαστη φιλία τους, μόλις ικανοποιηθούν τα συμφέροντά τους. 

Γι’ αυτό και χρέος βαθύτατο έχουμε να ομοφρονήσουμε, αφήνοντας στο περιθώριο πάθη ανομολόγητα, συμφέροντα ατομικά και διεκδίκηση θώκων με μόνο στόχο την ικανοποίηση του εγώ. Ας μη λησμονούμε τη βαθυστόχαστη ρήση του Μεγάλου Έλληνα και πρωτεργάτη της εθνικής παλιγγενεσίας στρατηγού Μακρυγιάννη:
 «Είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ»

 Μόνον έτσι θα παύσουμε να γινόμαστε άθυρμα και χλεύη των εχθρών και των περιστασιακών φίλων μας. Πρέπει να το καταλάβουμε καλά πως η ταπείνωση, στην οποία οδηγούμεθα συχνά, οικεία βουλήσει, δεν μας πρέπει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Το Αρχείον Χρυσοστόμου, τομ.Α’, Αθήνα. 2000
2.Γ.Κ.Χατζοπούλου, Ιστορικά Ανάλεκτα της Εκκλησίας της Δράμας,Θεσσαλονίκης 2012.
3.Του ιδίου 100 Χρόνια Θεόδοτης Ελευθερίας, εφ. ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ, Δράμας, 15-2-2013.
4.Η ελληνική αντεπίθεση στη Μακεδονία, 1905-1908.
5.Χρυσοστόμου Καλαφάτη, Εκθέσεις περί του Μακεδονικού Αγώνος, 1903-1907, Θεσσαλονίκη 1960.
6.Σπυρίδωνος Καμπανάου Λαυριώτη, Από την ζωήν του Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ’, Αθήνα 1935.
7.Ιωάννου Μαζαράκη, Η Μακεδονία στις παραμονές του Αγώνα, Αθήνα 1977.
8.Κ.Πολίτη, Χρυσόστομος Σμύρνης, Αθήνα 1934.
9.Περικλή Αργυρόπουλου, Ο Μακεδονικός Αγών, Θεσ/κη 1984.
10.Α.Νανάκη, Επιπτώσεις του Μακεδονικού Αγώνα στην αρχιερατεία του Χρυσοστόμου στη Δράμα και η εκλογή του στη Μητρόπολη Σμύρνης, Πρακτικά ΙΑ’ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1991.

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Ιερός Ναός Αγίας Σοφίας.Ο αρχαιότερος της Δράμας




του κ.Γ.Κ.ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, τ.ΛΥΚΕΙΑΡΧΗ

Ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας είναι από τους παλαιότερους σωζόμενους βυζαντινούς ναούς της Δράμας.

Κτίσθηκε στο ανατολικό μέρος της αρχαίας Δράμας, στο Ισάρ των Τούρκων.
Χρονολογικά ανήκει στο τέλος του 10 μ.Χ. αιώνα ή στις αρχές του 11ου αιώνα. Κατά μία εκδοχή υπήρξε καθολικό βυζαντινής Μονής της Δράμας.
Κοντά του, κατά μια αρχαία επιγραφική μαρτυρία ήταν κτισμένο ιερό, αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο.

 Ίσως και γι’ αυτόν τον λόγο κτίσθηκε από τους χριστιανούς στο σημείο αυτό, προκειμένου να απαλειφθεί η παρουσία ειδωλολατρικού ιερού (… ΝΔΡΟΚΛΕΟΥΣ ΙΕΡΗΤΕΥΣΑΣ ΔΙΟΝΥΣΩ).
Ο ναός είναι κτισμένος σε δυο επίπεδα. Το ανατολικό, το οποίο είναι και το αρχαιότερο, είναι βυθισμένο στο έδαφος, ενώ το δυτικό, που είναι νεώτερο και προστέθηκε ίσως στα χρόνια της τουρκοκρατίας, είναι υπερυψωμένο δυο μέτρα από τον κυρίως βυζαντινό ναό.

Ο ναός διαθέτει υψηλό οκταγωνικό τρούλλο. Στη νότια πλευρά του ναού υπάρχει το κωδωνοστάσιο, κτισμένο πάνω στον μιναρέ, έργο των Τούρκων, αφού κατεδαφίσθηκε ένα μέρος του.

Ο ναός, κατά μαρτυρία του αοιδίμου Μητροπολίτη Δράμας Αγαθαγγέλου Β’Κωνσταντινίδη του Μάγνητος μετετράπη σε  τζαμί από τους Τούρκους το 1430,  46 ή 57 χρόνια μετά την άλωση της Δράμας και της περιοχής από τον εξωμότη στρατηγό Γαζή Εβρενό Μπέη, καταγόμενο από τη Βέροια (Εβλιγιά Τσελεμπή, Χατζη-Κάλφα) (1373 ή 1384).

Τετρακόσια ογδόντα δυο χρόνια, μετά τη μετατροπή του σε τζαμί, ο ναός περιέρχεται στη δικαιοδοσία των Ελλήνων χριστιανών της Δράμας, κατά τη μαρτυρία του μητροπολίτη Αγαθαγγέλου Β’, δηλαδή την 1η Νοεμβρίου 1912.

Το 1913, κατά την πρώτη βουλγαρική κατοχή, οι Βούλγαροι επιχειρούν με έμμεσο τρόπο να καταλάβουν τον ναό και να τον μετατρέψουν δήθεν σε αρχαιολογικό μουσείο.

 Ο Αγαθάγγελος αντιλαμβάνεται τον πραγματικό σκοπό των Βουλγάρων, αφού αυτός εντασσόταν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν και άλλους πατριαρχικούς ναούς στην περιοχή της Δράμας (Δράνοβο, Βησσοτσάνη, Πλεύνα, Κουμπάλιστα Βώλακας κ.α.) και να τους θέσουν στη δικαιοδοσίας της βουλγαρικής Εξαρχίας.

Για να αποτρέψει μια τέτοια συμφορά για τους πατριαρχικούς χριστιανούς ο Αγαθάγγελος παρεμβαίνει δυναμικά στον πολιτικό Διοικητή της Δράμας Δόμπρεφ με το αριθμ. 25 της 20ης Ιουνίου 1913 έγγραφό του υποδεικνύοντάς του ως χώρο ίδρυσης αρχαιολογικού μουσείου στην πόλη της Δράμας κτήριο πιο ευρύχωρο και πιο κατάλληλο, επισημαίνοντας μάλιστα ότι είναι άδικο να στερηθούν οι πατριαρχικοί χριστιανοί της Δράμας ναό, τον οποίο επανακτήσανε με τη δύναμη και τον θρίαμβο του Τιμίου Σταυρού.

Ο δυναμικός αγώνας του Αγαθαγγέλου στέφθηκε από επιτυχία. Ο ναός συνέχισε τη λειτουργία του ως χώρος λατρείας πατριαρχικών Δραμινών.

Από πληροφορίες, που αντλούμε από το Ιωβηλαίο του Θεμιστοκλή Χατζησταύρου, Αρχιδιακόνου και Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας επί εποχής του εθνοϊερομάρτυρος Αγίου Χρυσοστόμου, ο Θεμιστοκλής Χατζησταύρου διενήργησε ανασκαφές πίσω από την κόγχη του ιερού βήματος, ύστερα από την άδεια, που του παραχώρησε ο τούρκος ιερωμένος της περιοχής, και βρήκε δισκοπότηρα, θυμιατά, κανδήλες και άλλα ιερά σκεύη, τα οποία τοποθέτησε στην ιερά Μητρόπολη της Δράμας.

Περιφερόμενος στον αύλειο χώρο του ναού εντόπισε μαρμάρινη πλάκα, την οποία αναποδογύρισε και  με έκπληξή του διάβασε την ακόλουθη ημικατεστραμμένη επιγραφή:
 «… ΕΝ ΚΟΥΡΟΠΑΛΑΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ ΤΕ ΦΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΝΙΑΚΗ. ΦΕΡΕΙ ΚΑΙ ΗΣ ΔΙΑΓΡΑΦΗΣ ΤΟΝ ΤΥΠΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΕΙΣ ΣΩΤΗΡΙΑΝ. ΕΝ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΜΝΗΝΟΥ».

Την επιγραφή αυτή ο Θεμιστοκλής Χατζησταύρου τη δημοσίευσε στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ»,που εκδιδόταν στη Θεσσαλονίκη την εποχή εκείνη.

Η αγωνία του Θεμιστοκλή Χατζησταύρου ήταν πως θα περισώσει όσο το δυνατόν περισσότερες αρχαιότητες από την κλοπή και την καταστροφή. Ιδιαίτερα επιδιδόταν στη συγκέντρωση, διαφύλαξη και δημοσίευση των επιγραφών, γιατί πίστευε ότι «οι λίθοι οι ενεπίγραφοι (=επιγραφές) ήταν αψευδείς μάρτυρες της ελληνικότητας της Μακεδονίας, γι’ αυτό και περιοδεύοντας σ’ όλη την έκταση της μητροπολιτικής περιφέρειας της Δράμας κατόρθωσε να καταρτίσει σημαντική αρχαιολογική συλλογή, την οποία παρέδωσε στον καθηγητή της Χριστιανικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Λαμπάκη, με εισήγηση του οποίου τον απονεμήθηκε δίπλωμα Μέλους της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Δυο χρόνια μετά από τη σπουδαία ανασκαφική ανακάλυψη του Θεμιστοκλή Χατζησταύρου, ο υποεπιθεωρητής των Ελληνικών Σχολών Γεώργιος Χατζηκυριάκου αναφέρεται στα ευρήματα του Θεμιστοκλή Χατζησταύρου στο βιβλίο του «Σκέψεις και εντυπώσεις [ανά την Μακεδονίαν], εν Αθήναις 1906. Ο Χατζησταύρου πικραίνεται, γιατί ο Χατζηκυριακού δεν τον μνημονεύει ως ανακαλύψαντα την επιγραφή.

Ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, γνωστός σήμερα ως ναός της Αγίας Σοφίας, ονομαζόταν παλιά ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ κατά τον Ν. Καπετανάκη –Ακριτα ο ναός αρχικά ήταν αφιερωμένος στην Αγία Σοφία και στις κόρες της «Πίστιν», «Ελπίδα» και «Αγάπη». Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν γνωστή ως Αγιά Σοφιά Τζαμισί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Α.Κουντουρά – Χ. Μπακιρτζή, Η Αγία Σοφία Δράμας, Η Δράμα και η περιοχή της, Δήμος Δράμας 1992.
2.Μητροπολίτου Δράμας Αγαθαγγέλου, Αι δραματικαί περιπέτειαι Δράμας μέχρι της απελευθερώσεως αυτής, Καβάλα 1913.
3.Ν.Καπετανάκη – Ακρίτα, Ο Μαχμούτ Πασάς, Δράμαλης, Δράμα 1937.
4.Τιμητικός Τόμος επί τω Ιωβηλαίω τον Σεβ. Μητροπολίτου Φιλιππων – Νεαπόλεως – Θάσου Χρυσοστόμου, Καβάλα 1960.
5.Γ.Χατζηκυριακού, Σκέψεις και εντυπώσεις εκ περιοδείας [ανά την Μακεδονίαν], εν Αθήναις 1906.
6.Γ.Κ.Χατζοπούλου, Ιστορικά Ανάλεκτα της Εκκλησίας της Δράμας Θεσσαλονίκη 2012, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη.
7.Γ.Κ.Χατζοπούλου, Τα σωζόμενα τεμένη της Δράας, εφ. ΠΡΩΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ, 15.3.2011.
8.Γ.Κ.Χατζοπούλου, Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος και η συμβολή του στην απελευθέρωση της Δράμας κατά το 1913, Δράμα 1071.
9.Γ.Κ.Χατζοπούλου, Η Εμβρυακή μορφή του θεάτρου και η λατρεία του Διονύσου στη χώρα των Ηδωνών, Δράμα 2006.